μυαλό


μυαλό
[мьяло] ουσ. о. мозг, рассудок.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "μυαλό" в других словарях:

  • μυαλό — και μνυαλό, το (Μ μυαλό και μυαλόν) 1. εγκέφαλος («με αλοσκόρπιστα μυαλά», Σολωμ.) 2. ο μυελός τών οστών, το μεδούλι («αυτό το κόκαλο είναι γεμάτο μυαλό») 3. ο νωτιαίος μυελός 4. νους, κρίση, διάνοια («κοφτερό μυαλό») 5) φρόνηση, σύνεση, ευφυΐα… …   Dictionary of Greek

  • μυαλό — το 1. ο εγκέφαλος. 2. ο μυελός. 3. φρ., «Τίναξε τα μυαλά του στον αέρα», αυτοκτόνησε· «Έχει τετράγωνο μυαλό», έχει ορθή κρίση· «Πήραν τα μυαλά του αέρα», υπερεκτιμά τις ικανότητές του, επιθυμεί τα αδύνατα· «Μου πήρες τα μυαλά», με έκανες να σε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νους — ο (ΑΜ νοῡς, Α και ασυναίρ. τ. νόος) 1. η ικανότητα τού νοείν, σε αντιδιαστολή προς το αισθάνεσθαι, η δύναμη που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο να σκέφτεται λογικά, το σύνολο τών λειτουργιών τού ανθρώπινου εγκεφάλου, νόηση, διάνοια («τυφλὸς τὰ τ ὦτα τόν …   Dictionary of Greek

  • άμυαλος — η, ο αυτός που δεν έχει μυαλό, φρόνηση, άφρων, απερίσκεπτος, ασύνετος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + μυαλό ή αρχ. ἀμύαλος < ἀμύελος < ἀ στερ. + μυελὸς «χωρίς μυελόν». ΠΑΡ. νεοελλ. αμυαλιά, αμυαλοσύνη, αμυάλωτος] …   Dictionary of Greek

  • γραφιστική — Ο όρος αποτελεί απόδοση στα ελληνικά του αγγλικού όρουγκράφικ ντιζάιν (graphic design) που επινόησε στη δεκαετία του 1920 ο Γουίλιαμ Άντισον Ντουίγκινς (William Addison Dwiggins) –χρησιμοποιώντας δύο αγγλικές λέξεις με προέλευση η μία από τα… …   Dictionary of Greek

  • κουρνόμυαλος — και κουρνομύαλος και κουρουνόμυαλος, ον (Μ) αυτός που έχει το μυαλό τής κουρούνας, ανόητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < κουρνός + μυαλος (< μυαλό), πρβλ. ελαφρό μυαλος, μικρό μυαλος] …   Dictionary of Greek

  • λείπω — (AM λείπω, Μ και λείβγω) 1. δεν υπάρχω, ελλείπω (α. «από το βιβλίο λείπουν τα πρώτα φύλλα» β. «λείπουσι δὲ [αἱ τρίχες] καὶ ῥέουσι κατὰ τὴν ἡλικίαν αἱ ἐκ τῆς κεφαλῆς καὶ μάλιστα καὶ πρῶται», Αριστοτ. γ. «λείπει μὲν οὐδ ἃ πρόσθεν εἴδομεν τὸ μὴ οὐ… …   Dictionary of Greek

  • ξεμυαλίζω — 1. κάνω κάποιον να χάσει το μυαλό του, να χάσει τα λογικά του, ξετρελαίνω 2. αποπλανώ, ξελογιάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < στερ. ξ(ε) * + μυαλό] …   Dictionary of Greek

  • ονειρεύομαι — και νειρεύομαι και νείρομαι [όνειρο] 1. βλέπω όνειρα, ενυπνιάζομαι 2. βλέπω κάποιον ή κάτι στο όνειρό μου («καλό στον έμορφο το νιο, που ψες τόν ονειρεύτηκα», Βιζυην.) 3. δημιουργώ φανταστικές εικόνες στο μυαλό μου, ονειροπολώ, φαντασιοκοπώ… …   Dictionary of Greek

  • πετεινόμυαλος — η, ο, Ν αυτός που έχει μυαλό πετεινού, ανόητος, μικρόνους. [ΕΤΥΜΟΛ. < πετεινός + μυαλό (πρβλ. κοκκορό μυαλος)] …   Dictionary of Greek